Συγγνώμη πίθηκοι

Όσοι από εμάς έχουμε έστω και την παραμικρή φρόνηση, θα πρέπει να ζητήσουμε ταπεινά συγγνώμη από τους πιο πρόσφατους βιολογικούς μας προγόνους.

Η μέρα ξεκινάει υπέροχη. Το ελαφρύ βοριαδάκι έχει σπρώξει νοτιότερα τη σκόνη και την υγρασία και ένα βαθύ, απαστράπτον γαλάζιο απλώνεται σε όλο τον ουρανό. Το μάτι ξεκουράζεται πολύ μακριά, αφού η σπάνια λαμπρότητα της ατμόσφαιρας φέρνει τις άλλοτε αόρατες εικόνες ασυνήθιστα κοντά.

Αν υπάρχει Θεός, οποιασδήποτε πίστης, σήμερα έχει βάλει το χέρι του στην επικράτηση μιας υπέροχης φυσικής ευδαιμονίας. Το αισθάνεσαι στα πνευμόνια σου, στο δέρμα σου, σε όλες τις αισθήσεις και κυρίως στην ψυχή σου. Το αισθάνονται και τα υπόλοιπα πλάσματα γύρω σου. Ακόμα και στο σκληρό αστικό περιβάλλον ακούς πρωτίστως το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα.

Ετοιμάζομαι  να  βρεθώ όσο πιο κοντά, όσο πιο μέσα και όσο πιο βαθιά σε αυτό το φυσικό πρελούδιο. Την ίδια στιγμή αναλογίζομαι την ουσία, το νόημα και το εύρος της ευτυχίας: δροσερό αεράκι, διαύγεια, καλοκαίρι, μια υπέροχη ισορροπία, ομορφιά.

Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου βάζω εμπρός και ξεκινάω. Αναζωογονητικά άδειοι οι δρόμοι της πόλης, δίνουν μια υπόσχεση για μια όμορφη συνέχεια. Την ώρα που επιταχύνω στο πράσινο φανάρι ένα ποδήλατο περνά κάθετα και τελευταία στιγμή προλαβαίνω να το αποφύγω. Εκστομίζω γαλλικά, δέχομαι φλαμανδικά, η εικόνα έχει αρχίσει να γίνεται sepia, συνεχίζω.

Στην Εθνική οδό η γαλήνη και οι σκέψεις της υπέροχης φυσικής ισορροπίας έχουν δώσει τη θέση τους στο άγχος. Εμπρός σέρνεται μεσήλικας με Mercedes τελευταίας κοπής αλλά δεξί πόδι πάσχον από αγκύλωση. Στη μεσαία λωρίδα μια κυρία με Saxo εικοσαετίας προσπαθεί να κάνει νέο ρεκόρ κατανάλωσης. Βρίσκεται δε εκεί για να μπορούνε να την προσπερνούν εύκολα, από αριστερά και από… δεξιά. Ο μόνος που φαίνεται κάνει μια σωστή κίνηση στην καταραμένη αυτή σκακιέρα του δρόμου είναι ο φορτηγατζής στη δεξιά λωρίδα, που κινείται σταθερά με 90 χλμ./ώρα.

Εμπρός μας ανοίγεται ένας ασφαλής, γρήγορος και άδειος δρόμος που περιμένει την αφεντιά μου εις μάτην να ξεδιπλώσει τους  ίππους της δάνειας BMW. Ας είναι, σκέφτομαι, δεν πρέπει να χαλάσουμε μια ζεν κατάσταση που μας προσφέρθηκε σήμερα τόσο απλόχερα.

Στην πρώτη στάση για καφέ μια ευγενής κατά τα άλλα κυρία προχωρημένων άντα με dress code παγονιού σε οίστρο, πετάγεται τρέχοντας εμπρός μου απαιτώντας τον καφέ της εδώ και τώρα γιατί το παιδί περιμένει στο αυτοκίνητο. Σε ερώτησή μου αν προορισμός της είναι το Παίδων Πεντέλης και το παιδί σφαδάζει, μου αντέτεινε πως όχι: «για μπάνιο πάμε αλλά το άτιμο είναι ανυπόμονο».

Για μια ακόμα φορά η διατήρηση του ζεν της ημέρας προηγήθηκε ιεραρχικά της ανάγκης μου να της τραβήξω δυο χαστούκια. Απλά ρώτησα με αυτή την προσποιητή και εμφανώς γλοιώδη ευγένεια που μόνο το ανθρώπινο είδος μπορεί να εκφράσει, σε ποια παραλία θα καταλήξουν με το γόνο της –για να αποφύγω μια δεύτερη συνάντηση.

Στο υπόλοιπο κομμάτι του επαρχιακού δρόμου έως την εξιλαστήρια θάλασσα εξελίχτηκε μια ακόμα αλληλουχία γεγονότων καφκικού περιεχομένου. Μια συνεχής θαρρείς γραμμή σχιζοφρενικά κινούμενων οχημάτων είχε δημιουργηθεί. Με 20 χιλιόμετρα διαβαίνει τις καμπές των 50 και 60, με 120 τις ευθείες των 90. Φρένα, επιτάχυνση, φρένα, επιτάχυνση, λες και οι οδηγοί τους έχουν βάλει στοίχημα ποιος θα φτύσει πρώτο το γάλα της μάνας του –αν είχαν πιει ποτέ.

Από την άρρηκτα προσκολλημένη αλυσίδα των οχημάτων κατά διαστήματα εκτοξεύονταν χαρτιά, τσιγάρα, μπουκάλια νερού και αναψυκτικών, γεμίζοντας τα πρανή του δρόμου με αδιάσειστα στοιχεία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους – ή για να είμαστε πιο ακριβείς όχι όλου, του Homo Grecus. Ιτιές, πεύκα, πλατάνια, βάτα, Βίκος, Camel, Marlboro, CocaCola εναλλάσσονται σε απόλυτη τάξη και ισορροπία συνθέτοντας την βιοποικιλότητα του ελληνικού επαρχιακού τοπίου.

Έχοντας αρχίσει να πιστεύω ότι η καλύτερη λύση για την απόλαυση της φύσης είναι οι βραδινές εξορμήσεις παρέα με τις κουκουβάγιες και τους μπούφους (τους κανονικούς, όχι τους δίποδους), η πιθανότητα έγινε βεβαιότητα όταν οι εποχούμενοι εμπρός άρχισαν να διασπείρονται στα καταστήματα δεξιά και αριστερά του δρόμου, χρησιμοποιώντας τα αλάρμ αντί του φλας. Διάολε, σκέφτηκα, όλα μαζί χάλασαν τα περιούσια γερμανικά μικρομεσαία;

Τα νεύρα μου ήδη στολίζουν τον καμβά της μιζέριας μας ως κρόσια και αποκόπτομαι από τη μεταλλική σαρανταποδαρούσα για μια «κοπάνα» που θα με φέρει πιο μακριά από τον –πολύ- κόσμο και πιο κοντά στη θάλασσα. Παρκάρω και παίρνω το δρόμο προς την αναζωογονητική παραλία, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε αυτοκίνητα κολλημένα στην άμμο, με τα οποία οι ιδιοκτήτες τους, αν μπορούσαν, θα πλατσούριζαν κιόλας. Ακόμα μια παρέμβαση στην ελληνική χλωρίδα, σκέφτομαι. Αν φύτρωναν αυτά, η Ελλάδα θα γινόταν μια εξαγωγική όαση αυτοκινήτων, προερχόμενων μάλιστα από τον πρωτογενή τομέα. Τι υπέροχο ελληνικό θαύμα.

Όταν αντικρίζω την παραλία, η πρώτη πρωινή εικόνα αγαλλίασης και ευτυχίας με πλημμυρίζει και πάλι. Το απαλό δροσερό αεράκι είναι εκεί, η θάλασσα ίσα που λικνίζεται και τα χρώματα αρκούν για να σε στείλουν φοιτητή στη σχολή καλών τεχνών. Καρφώνω την ομπρέλα, απλώνω την πετσέτα αλλά… Αν πιστεύετε ότι αμέτρητοι είναι οι κόκκοι της άμμου, πλανιέστε. Αμέτρητες είναι οι γόπες των τσιγάρων, μια ακόμα σπάνια και μοναδική έκφανση της ελληνικής χλωρίδας, ευγενική χορηγία του περιούσιου λαού της για την περαιτέρω αύξηση της βιοποικιλότητας.

Πλέον δεν θέλω να σταθώ λεπτό στην παραλία, βουτάω να λυτρωθώ από το γάργαρο θαλασσινό νερό και την αίσθηση πλήρους αποκοπής από το περιβάλλον. Το οποίο φυσικά και δεν μου φταίει σε τίποτα, το οποίο φυσικά και είναι υπέροχο σε εναλλαγές, χρώματα, αρώματα και εικόνες. Μα είναι ταυτόχρονα παρά φύση βιασμένο, τόσο που ψάχνεις μέρος να κλάψεις ήσυχα –που να εξηγείς τώρα το γιατί.

Ίπταμαι στη δροσιά του νερού όσο αντέχει το δέρμα μου το νερό, την αρμύρα και τον ήλιο. Βγαίνω και παίρνω το δρόμο της επιστροφής νωρίς, με τη βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι πλημμυρισμένος μόνο στο ρεύμα που οδηγεί παραλιακά. Δεν διαψεύδομαι. Με ελεύθερο πεδίο, απολαμβάνω τον αέρα, το χαλαρό πέρασμα από στροφή σε στροφή, την ένταση των τζιτζικιών να αυξομειώνεται από δέντρο σε δέντρο και το αυτοκίνητο σε δεύτερο πλάνο, στο ρόλο μιας αόρατης δύναμης να με σπρώχνει πάνω στο γήινο ανάγλυφο.

Δεν βιάζομαι ούτε θέλω να φτάσω γρήγορα κάπου. Προσπαθώ απλώς να συντονίσω σώμα και πνεύμα με το περιβάλλον και τη μηχανή σε μια όσο το δυνατόν πιο αρμονική αλληλεξάρτηση. Τώρα μπορώ να επανέλθω στις σκέψεις μου: η άνωση του νερού είναι μια αίσθηση απελευθέρωσης γι’ αυτό την αποζητάω με τέτοια ζέση παρά τα ψυχοφθόρα ενδιάμεσα στάδια.

Όπως κι αυτή η στιγμή, η απειροελάχιστη μέσα στο σύνολο των στιγμών, όπου η οδήγηση μοιάζει με πτήση, με αποσύνδεση από τη γήινη βαρύτητα που αγγίζει την πλέον αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να νοιώσει πραγματικά λεύτερος. Για λίγα δευτερόλεπτα; Ας είναι, καθώς μόνο αυτά είναι ικανά, λόγω ειδικού βάρους, να εξισορροπούν εν μέρει την ασχήμια που δημιούργησε το είδος μας. 

Νίκος Γιαννούλας

Σχόλια

Σχόλια