Ο Θεός των μικρών πραγμάτων

Κάθε αγώνας του MotoGP είναι μια γιορτή, μια γιορτή προς τιμήν της ανθρώπινης θέλησης

Πολλοί από εμάς απολαμβάνουμε την παρακολούθηση ενός αγώνα MotoGP. Μας συνεπαίρνει το σύνολο αυτού του θαυμαστού πρωταθλήματος: οι καταπληκτικές μοτοσικλέτες, οι δύσκολες πίστες και πάνω απ’ όλα οι υπεράνθρωποι που δαμάζουν τα εξωπραγματικά αυτά μηχανήματα. Οι αναβάτες, στη θέση των οποίων φαντασιωνόμαστε τους  εαυτούς μας, με τις δερμάτινες φόρμες να υποτάσσουμε στη θέλησή μας τα «τέρατα» των 260+ ίππων στις πιο τρομακτικές στροφές που έχει επινοήσει ο ανθρώπινος νους.

Κάθε αγώνας του MotoGP είναι μια γιορτή, μια γιορτή προς τιμήν της ανθρώπινης θέλησης να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έχει επιβάλλει η φύση στο φθαρτό αυτό σώμα, μια σπονδή στην εφευρετικότητα και στην αποφασιστικότητα, όχι μόνο να ανακαλύψουμε τα όρια των φυσικών περιορισμών αλλά να τα ξεπεράσουμε. Κι όσο πολύτιμη κι αν θεωρούμε την ιστορία μας, πάνω από όλα είναι μια γιορτή για το ότι κοιτάζουμε πάντα μπροστά, προς το επόμενο βήμα, προς την επόμενη κατάκτηση.

Οι τελετάρχες αυτής της γιορτής είναι φυσικά οι αναβάτες των μοτοσικλετών. Οι άνθρωποι που ζουν τη ζωή τους ταυτόχρονα πολύ γρήγορα και πολύ αργά, οι άνθρωποι για τους οποίους το τελευταίο χιλιοστό του δευτερολέπτου όταν περνούν μια γραμμή εκκίνησης/τερματισμού έχει ίσως την ίδια βαρύτητα με το τελευταίο χλμ/ώρα μετά τα 350 στο τέλος μιας ευθείας. Οι άνθρωποι που παίζουν πόκερ με το θάνατο κάθε δεύτερη Κυριακή και συνήθως κερδίζουν – όχι γιατί έχουν το καλύτερο φύλλο αλλά γιατί είναι οι καλύτεροι παίχτες.

Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν κάποιοι που ξεχωρίζουν. Ο διεθνής Τύπος εδώ και χρόνια τους έχει χαρακτηρίσει «εξωγήινους» και έχει καλούς λόγους για να το κάνει. Πάνω στις περίτεχνες μοτοσικλέτες τους δείχνουν να αγνοούν τους περίφημους κανόνες του πλανήτη Γη και κάνουν αυτά που σε άλλους κόσμους ίσως να γίνονταν, αλλά εδώ θα έκαναν τα μεγάλα κεφάλια των επιστημόνων που ερευνούν τους φυσικούς νόμους να αποκτούν ξαφνικά έντονη φαγούρα.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται μια σημαντική τριάδα: ο Valentino Rossi, o Jorge Lorenzo και ο Marc Marquez. Τρεις αναβάτες όσο πιο διαφορετικοί μπορεί να γίνουν: τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις στην επίτευξη της απόλυτης επικράτησης, που είναι γονιδιακά συνδεμένη με την επιβίωση. Ο πολιτισμός μας, παρά τα χιλιάδες χρόνια ιστορίας του, δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από τα αρχέγονα ένστικτα των πρώτων ανθρώπων, που επιβίωναν χρησιμοποιώντας μέσα επιπλέον όσων τους έδινε το σώμα τους.

Ας προσπαθήσουμε να τους εξετάσουμε με χρονολογική σειρά, από τον νεότερο προς τον πρεσβύτερο. Και εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με το φαινόμενο Marc Marquez. Η λέξη «φαινόμενο» δεν χρησιμοποιήθηκε χωρίς περίσκεψη. Ο Marquez προσομοιάζει τη δύναμη της φύσης. Δεν είναι απλώς η επόμενη γενιά, η εξέλιξη του αναβάτη, το επόμενο μοντέλο. Είναι το ίδιο το El Niño, ο τυφώνας απέναντι στον οποίο δεν έχεις να αντιτάξεις τίποτα. Απλώς προστατεύεσαι και περιμένεις να περάσει. Ο τρόπος που οδηγεί τη μοτοσικλέτα του (τώρα είναι η Repsol Honda, αργότερα κάποια άλλη – δεν έχει σημασία) είναι ίδιος με την τέλεια καταιγίδα. Δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχουν περιορισμοί, η θύελλα θα ξεσπάσει με όλη της την ένταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να την αποκρούσουν. Μπορούν να την αφήσουν να τους περάσει χωρίς να τους κάνει ζημιά, μπορούν να την αφήσουν να ξεθυμάνει εις μάτην. Δεν μπορούν να τη σταματήσουν στα ίσια, όμως. Ο Marquez είναι φυσικό φαινόμενο. Μπορεί να σε τσακίσει ή μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Εσύ όμως δεν το ορίζεις.

Το ακριβώς αντίθετο είναι ο Jorge Lorenzo. Είναι σαν οι χιλιετηρίδες που ξόδεψε η ανθρωπότητα σε προσπάθεια για τελειοποίηση να έφτιαξαν ένα απόσταγμα και να το έδωσαν στον νεαρό από τη Μαγιόρκα. Ο Lorenzo οδηγεί τη μοτοσικλέτα του ακριβώς με τον βέλτιστο τρόπο που μπορεί να οδηγηθεί. Ας δούμε ένα παράδειγμα κατ’ αναλογίαν: πηγαίνουμε στο σχολείο, επιλέγουμε μιαν επιστήμη, μετά πηγαίνουμε στο πανεπιστήμιο, ύστερα προχωράμε σε μεταπτυχιακές σπουδές και έπειτα συνεχίζουμε για διδακτορική διατριβή. Αφοσιωνόμαστε στην απόλυτη εξειδίκευση σε έναν επιστημονικό τομέα και φτάνουμε σε αυτήν. Κανείς δεν κατέχει το συγκεκριμένο θέμα καλύτερα από εμάς. Αυτό ακριβώς είναι ο Lorenzo. Στις ορισμένες και μετρήσιμες συνθήκες της ειδικότητάς του κανείς δεν μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από αυτόν. Το «κανείς» δεν είναι σχήμα λόγου, είναι κυριολεκτικό. Ο Jorge Lorenzo είναι ο άρχοντας της ακρίβειας, το μέτρο της τελειότητας.

Φτάνουμε στον Valentino Rossi. Τον «Γιατρό». Τον άνθρωπο που γκρέμισε τα σύνορα των κρατών, που είναι με μεγάλη διαφορά η πιο δημοφιλής φιγούρα στο MotoGP. Δύο φορές, φέτος,  στην Ιβηρική Χερσόνησο, μία στη Χερέθ και μία στην Καταλονία, ο Rossi κατατρόπωσε με εμφατικό τρόπο όλους τους Ισπανούς αντιπάλους του και κυριότερα τους δύο προαναφερθέντες. Και τις δύο φορές οι ζητωκραυγές ήταν ουρανομήκεις, παρότι κέρδισε συμπατριώτες όσων τον χειροκροτούσαν.

Είναι σημαντικό εδώ να βάλουμε αυτήν την προσωπικότητα σε προοπτική. Ο Rossi είναι α) πολυπρωταθλητής, β) διεθνώς αναγνωρισμένος, γ) πάμπλουτος. Κι όμως, παρότι η συντριπτική πλειονότητα όταν έφτανε σε αυτό το σημείο θα είχε σταματήσει και θα απολάμβανε τους καρπούς της επιτυχίας, ο ίδιος ο Ιταλός σούπερσταρ συνεχίζει. Και δεν είναι απλώς ότι συνεχίζει. Για να μπορεί να είναι ανταγωνιστικός απέναντι σε νεαρότερους, πιο εξελιγμένους και πιο «πεινασμένους» αντιπάλους, άλλαξε. Εξελίχθηκε κι αυτός, σε μιαν ηλικία (πάνω από 35 ετών) που στον επαγγελματικό αθλητισμό θεωρείται ένα βήμα πριν (αν όχι μετά) τη σύνταξη. Ο Rossi άλλαξε crew chief (αποκαθηλώνοντας μάλιστα μιαν από τις εμβληματικές φιγούρες των γκαράζ, τον Jerry Burges), άλλαξε μοτοσικλέτα (επιστρέφοντας άνευ όρων και με την ουρά στα σκέλια στη Yamaha το 2013), άλλαξε οδηγικό στιλ πάνω στη μοτοσικλέτα. Και βγήκε στις πίστες να διεκδικήσει το πρωτάθλημα. Όχι γιατί το νούμερο 10 (ή 8 για όσους μετρούν παγκόσμιους τίτλους μόνο την κορυφαία κατηγορία) θα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από το 9 (ή το 7). Αλλά γιατί το νιώθει σαν αποστολή. Δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό. Ο Rossi, στα 37 του, είναι εκεί έξω για να κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. Αυτό είναι που τον ξεχωρίζει. Δεν το κάνει επειδή είναι η φύση του και δεν μπορεί να σταματήσει. Δεν το κάνει επειδή μπορεί και είναι ο καλύτερος. Το κάνει επειδή πρέπει.

Αν έπρεπε να παρομοιάσουμε με κάτι τον Marquez, θα ήταν η βοή του ορμητικού χειμάρρου την άνοιξη που λιώνουν τα χιόνια. Ασταμάτητος και ανεξέλεγκτος. Αν έπρεπε να παρομοιάσουμε τον Lorenzo, θα ήταν ένα Στραντιβάριους. Τέλειο, όταν οι συνθήκες επιτρέπουν στο όργανο και στα δάκτυλα του βιολιστή να λειτουργήσουν. Ο Rossi όμως αντιπροσωπεύει κάτι πέρα από αυτά. Ο Rossi είναι ο G.O.A.T. (Το GΟΑΤ δεν σημαίνει τράγος, είναι τα αρχικά της φράσης Greatest Of All Time, ο μεγαλύτερος όλων των εποχών).

Υπάρχει μια ρήση που αποδίδεται στους αρχαίους:

Πάνω από τους ανθρώπους είναι οι Βασιλείς.

Πάνω από τους Βασιλείς είναι οι Θεοί.

Και πάνω από τους Θεούς είναι η Ανάγκη.

Αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει ο Rossi: την αναπόδραστη ανάγκη της ανθρωπότητας για να ξεφύγει από τα μέτρα της και να πάει παραπάνω. Να νικήσει τη φύση, να ξεπεράσει το τέλειο, να κάνει αυτό που χρειάζεται – ό,τι κι αν είναι αυτό. Ο Rossi, ένας λίγο μποέμ, λίγο «καραγκιόζης», ένας αμφιλεγόμενος πλούσιος ιταλιάνος, αλλά είναι και αυτό που περιγράφει τι έχουμε καταφέρει ως είδος τις τελευταίες λίγες χιλιετίες: κάναμε την επιθυμία ανάγκη και την επιβάλλαμε. Κερδίσαμε ή χάσαμε δεν έχει σημασία, όπως δεν έχει σημασία αν ο Rossi θα κερδίσει ή θα χάσει το πρωτάθλημα. Το στίγμα θα μείνει ανεξίτηλο.

Ν. Γιαννούλας

Σχόλια

Σχόλια